Skip to content
Μαΐου 1, 2009 / dosambr

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟ­ΛΗΣ

 

H σπουδαιότητα της τριαδικής θεολογίας 

Η ιεραποστολή της Εκκλησίας έχει ως θεμέλιο την απο­στολή του Χριστού. Μια σωστή κατανόηση αυτής της αποστο­λής απαιτεί σε πρώτη φάση αναφορά στην τριαδική θεολογία. H αποστολή των αποστόλων από τον Χριστό βασίζεται στο γε­γονός, ότι ο ίδιος ο Χριστός απεστάλη από τον Πατέρα δια του Αγίου Πνεύματος (Ιω. 20, 21-33). H σπουδαιότητα της βιβλι­κής αυτής διαβεβαίωσης για το χαρακτήρα της ιεραποστολής είναι ευρύτερα αποδεκτή, η τριαδική όμως θεολογία, που αυτή συνεπάγεται, αξίζει μεγαλύτερης προσοχής από αυτήν που συ­νήθως της δίνουμε.

Η τριαδική θεολογία υποδηλώνει ότι αυτή καθαυτή η υπό­σταση της θεότητας είναι ζωή κοινωνίας και ότι η επέμβαση του Θεού στην ιστορία στοχεύει στο να οδηγήσει την ανθρωπό­τητα, αλλά και ολόκληρη τη δημιουργία, σ’ αυτή την κοινωνία με την ίδια την ύπαρξη του Θεού. Οι συνέπειες αυτής της διαβε­βαίωσης για την κατανόηση της ιεραποστολής είναι πολύ ση­μαντικές: Η ιεραποστολή δεν στοχεύει πρωταρχικά στη διά­δοση ή στη μεταβίβαση διανοητικών αληθειών, δογμάτων, ηθι­κών επιταγών κλπ., αλλά στη μεταφορά της ζωής της κοινω­νίας που ενυπάρχει στη θεότητα. Το «πέμπειν» της ιεραποστολής εί­ναι κατ’ ουσία η αποστολή του Αγίου Πνεύματος (Ιω. 14, 26), που αποτελεί ουσιαστικά τη φανέρωση της ζωής του Θεού ως κοινωνίας (Β΄ Κορ. 13, 13). Η σωτηρία του κόσμου πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα «πρόγραμμα» της Αγίας Τριά­δος για όλη τη δημιουργία. Η Βασιλεία του Θεού είναι η εσωτε­ρική κίνηση και ο τελικός στόχος όχι μόνο κάθε ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά και όλης της δυναμικής του σύμπαντος. Αληθινή ζωή εί­ναι η ζωή της Αγίας Τριάδος «εν Χριστώ» δια του Αγίου Πνεύ­ματος προερχόμενη από, και κατευθυνόμενη προς, τον Πατέρα.

 

H χριστοκεντρικότητα

 

Στη χριστιανική πίστη ο Χριστός κατέχει κεντρική θέση στο έργο της ομολογίας, γιατί είναι ο δυναμικός παράγων της χρι­στιανικής ιεραποστολής στον κόσμο. Ακολουθώντας τη βι­βλική και πατερική παράδοση, η Εκκλησία ομολογεί πως ο Λό­γος του Θεού Πατέρα με τη μεσολαβητική ενέργεια του Παρα­κλήτου ενσαρκώθηκε στο θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού για την αναγέννηση των ανθρώπων και την αποκατάστα­ση της κοινωνίας τους με το Θεό. Έτσι ο Λόγος του Θεού δεν είναι μόνο λυτρωτής, αλλά και δημιουργός. Είναι το κέντρο της αν­θρώπινης ύπαρξης με διπλή έννοια: ως θείος Λόγος, πη­γή και πρότυπο της ίδιας της ύπαρξης, και ως πρωταρχικός σύντροφος στο διάλογο του ανθρώπου με το Θεό. Ως θεανθρώπινη υπό­σταση, κέντρο για τον καθένα και το καθετί, είναι ο σύντροφος και το δημιουργό και γενεσιουργό αίτιο του διαλό­γου τόσο με­ταξύ Θεού και ανθρώπων, όσο και μεταξύ των ανθρωπίνων υπάρξεων. Αυτός είναι ο Λόγος των πάντων και ως Λόγος είναι η εικόνα του Πατέρα. Ο κόσμος προέρχεται οντο­λογικά από το Θεό, επειδή τα πάντα συνδέονται με το Λόγο. Αυτά αντιπρο­σωπεύουν την ποικιλία της έκφρασης του Λόγου. Ταυτόχρονα ο συνδετικός κρίκος και η ενότητά τους σε ένα αρμονικό σύ­νολο είναι θεμελιωμένα στη μη διαφοροποιούμενη ενότητα του προσωπικού Λόγου. Ενώ τα πράγματα είναι υλι­κές, χειροπια­στές και καταληπτές εικόνες των ποικίλων αιτίων και σκέψεων του Λόγου, η ανθρώπινη ύπαρξη ως σκεπτό­μενο πρόσωπο είναι η εικόνα του ίδιου του Λόγου.

Ο Υιός του Θεού έχει προσλάβει το πλήρωμα της ανθρώ­πι­νης φύσης και με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνει, θεραπεύει και α­πο­καθιστά την ανθρώπινη φύση, τοποθετώντας την μέσα στον ίδιο τον εαυτό του, και επομένως μέσα στην Αγία Τριάδα. Αυ­τό εί­ναι το μεγάλο μυστήριο της τέλειας ενότητας θείου και αν­θρω­πίνου, η οποία καθίσταται πηγή μιας καινούριας ζωής του κό­σμου. Θέτοντας, όμως, ως κέντρο της θεολογικής θεώρησης τον Χριστό, η τριαδική και ενανθρωπησιακή όψη της καινού­ριας ζωής θα πρέπει πάντοτε να συνεξετάζονται κατά ένα χριστοκεν­τρικό, όχι όμως και χριστομονιστικό τρόπο.

 

Η ενανθρώπηση

 

Για να αποκαταστήσει την κοινωνία μεταξύ Θεού και αν­θρώπου, η οποία διασπάστηκε κατά την κοσμική της διάστα­ση εξ αιτίας της πτώσεως, ο Λόγος εισήλθε ως πρόσωπο μέσα στη δημιουργία και την ανθρώπινη ιστορία με περισσότερο οικείο τρόπο. Ενσαρκώθηκε δια του Αγίου Πνεύματος και με την εν­σάρκωσή του αποκάλυψε το βαθύτερο νόημα των πραγ­μάτων. Απεκατέστησε τη σχέση Θεού και ανθρώπων και ανα­νέωσε την ανθρώπινη ύπαρξη. Στον Χριστό δεν βρίσκουμε μόνο την αιτία και την πηγή του κοινού ανθρώπινου λόγου μας· ολό­κληρη η ύπαρξή μας ανυψώθηκε και έγινε εικόνα Θεού με τη μετοχή της στο Άγιο Πνεύμα. Με την ίδια πράξη ο Λόγος απεκατέστησε μια καινούρια σχέση μεταξύ του δημιουργού και της ανθρώπι­νης ύπαρξης, μια οντολογική σχέση, δυναμική και όχι στατική, η οποία δημιουργείται και ολοκληρώνεται με τις ενέργειες του Θεού, και πραγματώνεται από το Άγιο Πνεύμα. Ο σαρκωμένος Λόγος αποκαθιστώντας μας στην αρχική μας λειτουργία μας δίνει τη δύναμη να απελευθερωθούμε από τον εγωισμό μας, για να καταλάβουμε τους άλλους και να αποκα­ταστήσουμε κοινω­νία μαζί τους και μαζί του. Αυτή είναι η δια­προσωπική λει­τουργικότητα του Λόγου. Ο Χριστός, επομέ­νως, είναι η κατ’ εξοχήν ανθρώπινη ύπαρξη, το κέντρο της δη­μιουργίας, η κε­ντρική ύπαρξη που συνδέει τα πάντα. Μας καλεί να κάνουμε την ανθρωπότητα να κατανοήσει ότι δεν πρέπει να είναι ευχα­ριστημένη με την ανεπαρκή λογικότητά της, και να βοηθή­σουμε τον κόσμο να βρει την προσωπική αρχή του λό­γου, κάτι που μπορούμε να βρούμε ακριβώς στο Χριστό.

Παρά το γεγονός ότι ο Λόγος του Θεού προσέλαβε την αν­θρώπινη φύση, οι άνθρωποι είναι ακόμη ελεύθεροι να απορρί­ψουν την κοινωνία με το Θεό. Εξού και η παρουσία της αμαρ­τίας και του κακού, η οποία έχει πραγματική υπόσταση και η οποία αντιτάσσεται στο αναγεννητικό έργο του Λόγου. Το κα­κό βρίσκεται στη ρίζα των διαιρέσεων και των παθών που έ­χουν διχάσει τους ανθρώπους. Όμως, ο σαρκωμένος Λόγος προσφέρει αποτελεσματική ενότητα και εγκαθιστά με το Άγιο Πνεύμα την κοινωνία στην Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία πραγματοποιεί το ενωτικό μήνυμα του θείου Λόγου, γιατί ο Λόγος είναι το κέντρο και επομένως η ενωτική βάση για όλη την ανθρωπότητα.

 

Ο σταυρός

 

Ο Χριστός στάλθηκε στον κόσμο όχι ως δάσκαλος, ως πα­ράδειγμα κλπ., αλλά ως φορέας της θείας ζωής με αποκλειστικό σκοπό να σύρει τον κόσμο σε ένα τρόπο υπάρξεως που ενυπάρ­χει στην Αγία Τριάδα. Η κατανόηση του Χριστού στην πρώτη Εκκλησία ως Λόγου του Θεού βοηθούσε τον καιρό ε­κείνο να διευκρινιστούν δύο πράγματα που ήταν σημαντικά για την ιεραποστολή. Από τη μια μεριά σήμαινε ότι ο Χριστός, ως Λό­γος, αιωνίως υπάρχει στον Θεό ως ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αποστέλλεται στον κόσμο ως φορέας της τριαδικής ζωής και όχι ως ξεχωριστό άτομο. Από την άλλη μεριά, σή­μαινε ότι ο Χριστός, ως κοσμικός Λόγος, ως η δύναμη που υποβαστάζει τον κόσμο, απεστάλη με σκοπό να φέρει τον κόσμο στη ζωή του Θεού. Η αποστολή του Χριστού, επομένως, αποτελεί ου­σιαστικά αυτοπροσφορά της Αγίας Τριάδος, έτσι ώστε ο κό­σμος να συμμετάσχει στη θεϊκή ζωή.

Αυτή η αποστολή του Χριστού πραγματοποιείται σε έναν πεπτωκότα κόσμο και συναντάει την αντίσταση των δυνά­με­ων του κακού και της αμαρτίας. Αυτό έχει κάνει το σταυρό να είναι η αναγκαία διάβαση κατά την αποστολή του Χριστού. Η ιεραποστολή επομένως πραγματοποιείται στα πλαίσια ενός αγώνα και έχει σαν συνέπεια μια μεταβολή, μια πασχάλια και βαπτισματική διάβαση του κόσμου σε μια «νέα δημιουργία». Δεν είναι μια μάχη που εκδηλώνεται απλώς στις ψυχές των α­τόμων, αλλά διαπερνά όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζω­ής (αδικία, καταπίεση κλπ.), όπως επίσης και το σύνολο της φυσι­κής ζωής, την ασθένεια και το θάνατο.

 

Η ανάσταση

      

Ενώ η πραγματικότητα του σταυρού αντιπροσωπεύει το αναπόφευκτο πλαίσιο της ιεραποστολής ως σύγκρουσης ανά­μεσα στον τριαδικό τρόπο ύπαρξης και στις «αρχές και εξου­σίες» της αμαρτίας, η ανάσταση του Χριστού φωτίζει την ιερα­ποστολή κατά δύο θεμελιακούς τρόπους. Κατά πρώτο λόγο το­νίζει το γεγονός ότι η έκβαση της ιεραποστολής είναι πέρα α­πό κάθε αμφιβολία η κυριαρχία πάνω στη δύναμη της αμαρτίας, τόσο στις κοινωνικές όσο και στις φυσικές της συνέπειες (υπέρβαση του θανάτου). Η ανάληψη του Χριστού και η συνε­χής μεσιτεία του από τα δεξιά του Θεού επιβεβαιώνει αυτή την πεποίθηση. Η ανάσταση όμως επιβεβαιώνει επίσης ότι η έκβα­ση της ιεραποστολής δεν ελέγχεται από ιστορικές δυνάμεις, αλ­λά είναι από τη φύση της εσχατολογική. Είναι «το Πνεύμα του εγείραντος Ιησούν εκ νεκρών» (Ρωμ. 8, 11). Η ιεραποστολή της Εκκλησίας δεν μπορεί να οικοδομήσει ή να επιφέρει τη Βασι­λεία του Θεού. Μπορεί μόνον να διακηρύξει τον ερχομό της με το κήρυγμα της αναστάσεως και να το πιστοποιήσει με μυστη­ριακό τρόπο.

Τα πάντα θα αποκαλυφτούν στο σύνολό τους και θα πραγ­ματοποιηθούν κατά τα έσχατα. Στο μεταξύ η Εκκλησία συμ­με­τέχει κιόλας στη Βασιλεία του Θεού με τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και ομολογεί ότι τα έσχατα είναι μια ζωντανή πραγματικότητα μέσω του Λόγου με τον αρραβώ­να του Αγίου Πνεύματος. Αυτά είναι η πηγή και η δύναμη για την πορεία ολόκληρης της ανθρωπότητας προς την ερχόμενη βασιλεία, και για την προσφορά στον κόσμο της χαρμόσυνης ελπίδας για μια αυθεντική και αιώνια ζωή που ακολουθεί τη σταυρική θυσία.

Είναι σημαντικό όχι μόνο να θεωρούμε το σταυρό και την ανάσταση αναπόσπαστα συνδεδεμένα, αλλά και να κατανοού­με το σύνολο της ενσαρκωμένης ζωής του Χριστού ως μία ενιαία πραγματικότητα. Δεν μπορεί να υπάρχει χριστιανική «θεολογία του σταυρού» διαχωρισμένη από τον ευαγγελισμό της Θεοτό­κου, τη Γέννηση, τη Βάπτιση, τη δημόσια δράση του Ιησού (που κατέληξε στην Ανάσταση, την Ανάληψη, και την Πεντη­κοστή) και τη Δευτέρα Παρουσία. Θα ήταν εξίσου παρα­πλανη­τικό να αντιπαραβάλουμε την «θεολογία της δόξας» προς την «θεολογία του σταυρού». Ο σταυρός είναι χώρος που δοξά­στηκε ο Χριστός «νυν έδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου» (Ιω. 13,31). Η δόξα του Χριστού φανερώνεται επίσης κατά το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών, όπως ακριβώς φανερώνεται κατά το Σταυρό και την Ανάσταση και όλα τα γεγονότα της θείας Οικο­νομίας.

 

Το έργο του Αγίου Πνεύματος

 

Οι χριστιανοί συχνά τείνουν να περιορίσουν τη δραστηριό­τητα του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, ή στη συνείδηση του μεμονωμένου ατόμου, ή στη θεοπνευστία και το φωτισμό της Βίβλου. Το Άγιο Πνεύμα όμως ήταν με τον Χριστό από την αρχή της δημιουργίας, συμμετέχοντας και δίνοντας ζωή σ’ αυ­τήν, μορφοποιώντας και τελειοποιώντας όλα τα πράγματα. Πολύ πριν εμφανιστεί στην επιφάνεια της γης το ανθρώπινο γέ­νος, «πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν. 1,2), εκπορευόμενο αιωνίως από τον Πατέρα.

Η Εκκλησία τιμά το Άγιο Πνεύμα μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό, γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι δημιουργός, ζωοδότης και τελειωτής. Το Άγιο Πνεύμα είναι αδιαχώριστο από τον Χριστό. Το Πνεύμα του Κυρίου ήταν που κατέβηκε πάνω στον Ιησού κατά τη Βάπτιση, και εκείνο ήταν που τον έχρισε να κη­ρύξει το χαρμόσυνο μήνυμα. Είναι το Πνεύμα που δίνει ζωή (Ιω. 6,63) επειδή είναι «το Πνεύμα του εγείραντος Ιησούν εκ νεκρών» (Ρωμ. 8, 11). Το φρόνημα του Πνεύματος είναι «ζωή και ει­ρήνη» (Ρωμ. 8, 6).

Είναι απαραίτητο να τονίσουμε τα παρακάτω τρία χαρα­κτη­ριστικά για το έργο του Αγίου Πνεύματος:

(α) Το όλο σωτήριο έργο του Χριστού είναι αδιαχώριστο α­πό το έργο του Αγίου Πνεύματος, και η χριστολογική και πνευμα­τολογική βάση πρέπει να διατηρηθούν σε μια αδιάσπα­στη με­ταξύ τους ενότητα εντός του τριαδικού πλαισίου.

(β) Το έργο του Αγίου Πνεύματος, ως ζωοδότου και τελειω­του, πρέπει να θεωρείται σε μια ευρύτερη κοσμική συνάφεια και όχι απλώς σε στενά εκκλησιολογικά ή ατομικά πλαίσια. Είναι το Πνεύμα που κάνει τα πάντα καινά, το Πνεύμα της νέας δη­μιουργίας.

(γ) Ο άρτος της ζωής, το σώμα και το αίμα του Χριστού, γί­νονται τέτοια με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι μια απρόσωπη δύναμη, αλλά το ζωντανό Πνεύμα του Θεού, που είναι επίσης το Πνεύμα της χριστιανι­κής κοινότητας, το Πνεύμα που τελειοποιεί και συμπληρώνει όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας. συνεργία

 

Η συνεργία

Η συνεργία αποτελεί θεμελιακό δόγμα της πατερικής περί σωτηρίας διδασκαλίας. Δεν πρόκειται για πεποίθηση πως εί­μα­στε ίσοι συνεργάτες με το Θεό ή ότι ο Θεός δεν μπορεί να ενεργήσει ανεξάρτητα από μας. Συνεργία σημαίνει ότι ο Θεός έ­χει επιλέξει να επενεργήσει μέσω ημών. Ο Θεός μας καλεί να παραδοθούμε στον Χριστό, γιατί ο Θεός μπορεί να μας ενώσει στο σώμα του Θεού και να ενεργήσει μέσω ημών μεγεθύνοντας την ελευθερία μας, χωρίς με κανένα τρόπο να καταργήσει την προσωπική μας υπόσταση.

Η σάρκα μας είναι αδύναμη, αλλά δεν αποθαρρυνόμαστε από αυτήν την αδυναμία μας, αφού ο λόγος του Θεού «σαρξ εγένετο». Ο Ιησούς Χριστός προσέλαβε τα σαρκικά μας σώ­ματα, τις σκέψεις μας, τις επιθυμίες μας και όλες τις ανθρώπι­νες πνευματικές μας δυνάμεις.

Ακριβώς σ’ αυτή μας την αδυναμία φανερώνεται η δύνα­μη του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα μας βοηθάει στην αδυναμία μας. Όταν αναγνωρίζουμε τις φυσικές μας αδυναμίες με τα­πεινο­φροσύνη και μετάνοια, τότε ο Θεός μας δέχεται και μεγα­λουρ­γεί μέσω ημών. Όπου υπάρχει πίστη, ο Θεός ενεργεί μέσω της ασθένειας και της αδυναμίας. Οι απόστολοι δεν επιλέχθη­καν επειδή ήταν μορφωμένοι ή διαβασμένοι, υγιείς ή δυνατοί. Ο λαός του Ισραήλ επιλέχθηκε όταν ήταν υποδουλωμένος στην Αίγυπτο. Κανείς από μας τους χριστιανούς δεν επιλέχθη­κε επειδή ήταν σοφός και δυνατός.

Η αδυναμία όμως παραμένει αδυναμία, όταν δεν υπάρχει μετάνοια ή πίστη. Το πρόβλημά μας σήμερα είναι ότι είμαστε τόσο προκατειλημμένοι με τις παλιές μας αποτυχίες και τις τωρινές αδυναμίες, ώστε δε λογαριάζουμε ότι το Πνεύμα του Θεού είναι σοφό και δυνατό. Όσο εμπιστευόμαστε στη δική μας σο­φία, στις δικές μας δυνάμεις, το Πνεύμα του Θεού δεν μεγα­λουργεί μέσω ημών. «Έχομεν τον θησαυρόν τούτον εν όστρακί­νοις σκεύεσιν, ίνα η υπερβολή της δυνάμεως η του Θεού και μη εξ ημών» (Β΄ Κορ. 4,7). Η υπερβατική αυτή δύναμη δεν περιορί­ζεται από τις δικές μας αδυναμίες, αλλά προσμένει τη δική μας μετάνοια και πίστη για να προσλάβει αυτή τη δύναμη.

 

Η κλήση για μετάνοια και υπακοή στο θέ­λημα του Θεού

 

Είναι φανερό ότι κατά τη διάρκεια της ιστορίας οι χριστια­νοί απέτυχαν να μείνουν πιστοί και παρεμπόδισαν το έργο του Θεού στον κόσμο. Ο Θεός εν Χριστώ έχει εφοδιάσει την Εκ­κλησία με όλα τα χαρίσματα του Πνεύματος, τα απαραίτητα για την οικοδομή και την διακονία της· η Θεία Ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας, όπως επίσης και η χειροτο­νία επισκόπων, πρεσβυτέρων και διακόνων, όλα υπάρχουν γι’ αυτό το σκοπό. Οι νηστείες και οι γιορτές, το λειτουργικό εορ­τολό­γιο και οι ακολουθίες, οι ενοριακοί ναοί και τα μοναστή­ρια, οι ποικίλοι τρόποι καθαγιασμού σε διάφορους χρόνους και τό­πους, η αύξηση του αριθμού των αγίων στην Εκκλησία, όλα αυτά υπάρχουν τόσο για την θεραπεία των χριστιανών, όσο και για τη δημιουργία της καινούριας ζωής στον κόσμο. Η πλού­σια παράδοση της εικονογραφίας κάνει τον αόρατο κόσμο των θείων γεγονότων και των θείων προσώπων πραγματικά παρόν­τα στην Εκκλησία.

Στην Εκκλησία, το Πνεύμα του Θεού επενεργεί ανεξάρτη­τα από την αποτυχία των χριστιανών. Εκείνοι που έχουν το Άγιο Πνεύμα μπορούν να διακρίνουν το έργο του στην Εκκλησία και στον κόσμο, παρ’ όλη την ανθρώπινη απιστία και ανυπακοή. Το Άγιο Πνεύμα δεν έχει εγκαταλείψει την Εκ­κλησία, ούτε τον κόσμο. Παράλληλα με την ομολογία πίστεως στο Πνεύμα του Θεού, ομολογούμε επίσης την πίστη μας «εις μίαν, αγίαν, κα­θολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Μάλι­στα παρ’ όλες τις αποτυχίες μας – και είναι πολλές – Ο Θεός ενεργεί. Αυτό όμως δεν αποτελεί βάση για ικανοποίηση. Ούτε το γεγονός αυτό δι­καιολογεί την αποτυχία μας. Η έλλειψη όμως αγάπης από μέρους μας εμποδίζει το Άγιο Πνεύμα. Η απειθαρ­χία μας λυπεί το Θεό. Εξαιτίας της απιστίας μας Ο Θεός δεν ε­πιτελεί το έργο της θε­ραπείας των ασθενών, του καθαρισμού των λεπρών, της ίασης των τυφλών, όπως έκανε ο Χριστός, ό­ταν υπήρχε πίστη.

Έτσι, το πρώτο βήμα για την αποτελεσματική μεταφορά της ζωής του Χριστού στον κόσμο είναι να καλέσουμε τους ε­αυ­τούς μας σε μετάνοια, σε μια ζωή ανανεωμένης πίστεως και υποταγής στο θέλημα του Θεού. Η σωτηρία των εθνών απαιτεί οι χριστιανοί να είναι υποταγμένοι θεραπευτές. Απαιτεί να απονεκρώσουν μέσα τους τον παλαιό Αδάμ και να ενδυθούν τον καινό άνθρωπο εν Χριστώ. Η βαθιά πνευματική άσκηση, η υποταγή, η καθημερινή νέκρωση του είναι μας και η αναγέννηση εν Χριστώ δια του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να γίνουν πράξη από όλους τους χριστιανούς, είτε ζουν σε μοναστήρια είτε όχι. Η θέωση είναι η συνεχής κατάσταση προσκύνησης, προ­σευχής, ευχαριστίας, λατρείας και παράκλησης, όπως επίσης και μεσι­τείας και κατανύξεως του τριαδικού Θεού και της ά­πειρης αγά­πης του Θεού. Αυτή η ζωή της συμμετοχής στη ζωή και τη λα­τρεία της Εκκλησίας και στη «βαθύτερη λατρεία της καρδιάς» αποτελούν μια προ-απόλαυση της θεώσεως, για όλους τους χρι­στιανούς, καθώς βαδίζουν το δρόμο της ζωής. Να ξέρετε ότι «εγώ ειμί ο Θεός» λέγει Κύριος. Χρειάζεται να εξασκη­θούμε στη βαθιά σιωπή του Αγίου Πνεύματος για να δεχθούμε τη ζωή του Θεού και να τη μεταδώσουμε στον κόσμο. Έχουμε ανάγκη «ενδυναμού(σθαι) εν Κυρίω και εν τω κρατεί της ισχύος αυτού. Ένδύσα(σθαι) την πανοπλίαν του Θεού προς το δύνα­σθαι… στήναι προς τας μεθοδείας του διαβόλου» (Εφ. 6,10-11).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: