Skip to content
Ιουνίου 7, 2009 / dosambr

Η συμβολή των ελληνιστών χριστιανών στη διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη

5NPentikosti

Χρήστος Κ. Οικονόμου Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  .

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Πράξεων των Αποστόλων η συμβολή των ελληνιστών χριστιανών για τη διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη υπήρξε σημαντι κή. Ωστόσο γεννιούνται εύλογα τα ερωτήματα. Ποιες είναι οι πληροφορίες των Πράξεων, σχετικά με τους ελληνιστές; Μήπως η πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων οφείλει χάριτες στους ελληνιστές χριστιανούς, γιατί με δική τους πρωτοβουλία έβγαλαν το μήνυμα του χριστιανισμού στα έθνη και α νάγκασαν την αρχέγονη Εκκλησία να συμβιβαστεί; Ποια η σχέση των ελλη νιστών χριστιανών με τους Ιουδαιοχριστιανούς; Πρόκειται για αλληλο συγκρουό μενες ομάδες, πού προσπαθούσε η μια να επιβληθεί της άλλης ή πρόκειται για θεολογικές τάσεις της εποχής εκείνης, με διάφορη ιεροποστολική τακτική;

Οι σχετικές με τους ελληνιστές πληροφορίες των Πράξεων είναι πολύ περιορισμένες, γι’αυτό δεν είναι εύκολο να σχηματίσουμε ολοκληρωμένη εικόνα για το έργο τους. Η δράση τους εκτός από την Αντιόχεια και τα άλλα μέρη της Συρίας επεκτείνεται καιδυτικώτερα στην εκκλησία της Εφέσου, η οποία πιθανόν ιδρύθηκε μετά τον λιθοβολισμό του Στεφάνου από τους διασπαρέντες ελληνιστές και πριν από την πρώτη επίσκεψη του Παύλου σ’αυτή[1] Τις πρώτες νύξεις για τους ελληνιστές, δηλ. τους Ιουδαίους της διασποράς, τις συναντούμε στη διήγηση της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1-13)[2]. Ο Λουκάς μας πληροφορεί ότι στα Ιεροσόλυμα εκείνη την περίοδο βρίσκονταν Ιουδαίοι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Όταν άκουσαν τη βουή που ήρθε ξαφνικά από τον ουρανό, πολλοί απ’ αυτούς συγκεντρώθηκαν και έμειναν κατάπληκτοι, γιατί ο καθένας τους άκουγε τους αποστόλους να μιλάνε στη δική του γλώσσα – διάλεκτο· «Ήσαν δε εις Ιερουσαλήμ κατοικούντες Ιουδαίοι, άνδρες ευλαβείς από παντός έθνους των υπό τον ουρανόν, γενομένης δε της φωνής τούτης συνήλθεν το πλήθος και συνεχύθη, ότι ήκουον εις έκαστος τη ιδία διαλέκτω λαλούντων αυτών» (Πράξ. 2, 5-6). Ανάμεσα στο πλήθος ήσαν ιουδαϊκής καταγωγής Πάρθοι, Μήδοι, Ελαμίτες, κάτοικοι της Μεσοποταμίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας, της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου και από τα μέρη της λιβικής Κυρήνης, Κρητικοί και Άραβες (Πράξ. 2, 9-11). Οι ελληνιστές αυτοί που είχαν ιουδαϊκή καταγωγή διακρίνονταν από τους προσήλυτους, οι οποίοι ήσαν εθνικοί που προσήλθαν στον Ιουδαϊσμό ασπαζόμενοι την ιουδαϊκή θρησκεία. Ο όρος «Ιουδαίοι», που αναφέρεται στο στιχ. Πράξ. 2,5 έχει την έννοια των κατοίκων της Παλαιστίνης και των προερχομένων από τη διασπορά. Από τη συνέχεια του κειμένου των Πράξεων φαίνεται πως το βάρος πέφτει στους Ιουδαίους της διασποράς. Το «Ιουδαίοι» πρέπει να κατανοηθεί με τη στενή σχέση πού έχει με τη φράση «από παντός έθνους», οπότε δηλώνει την παρουσία πολλών Ιουδαίων της διασποράς. Αυτό γίνεται ανεξάρτητα με την ποσοστιαία σύνθεση του πλήθους που αναφέρεται στη σκηνή της Πεντηκοστής[3]. Ότι πρόκειται για Ιουδαίους της διασποράς, δηλ. ελληνιστές Ιουδαίους που ήρθαν και κατοίκησαν στα Ιεροσόλυμα το επιβεβαιώνει και ο ιερός Χρυσόστομος, στο σχετικό Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων· «Από τοσούτων γάρ εθνών όντες,και πατρίδας αφέντες, και οικίας και συγγενείς ώκουν εκεί»[4]. Προσήλυτοι[5], ονομάζονται στις Πράξεις συνήθως οι σεβόμενοι ή φοβούμενοι τον Θεό[6].

Ανάμεσα στους ακροατές του Πέτρου, ο οποίος μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος εκφώνησε τον πρώτο του λόγο, εκτός από τους Ιουδαίους κατοίκους της Παλαιστίνης, τους προσήλυτους ή σεβόμενους τον Θεό και τους εθνικούς Ρωμαίους, συμπεριλαμβάνονταν και οι ελληνιστές από τα διάφορα μέρη της διασποράς που μνημονεύει ο Λουκάς[7]. Γι’αυτό η αναφορά του Πέτρου στο τέλος του λόγου του ότι η επαγγελία του Θεού είναι για τους Ιουδαίους της Παλαιστίνης και τα παιδιά τους, παράλληλα για όλους που βρίσκονται μακριά στη διασπορά, ελληνιστές και εθνικούς και πως θα τους προσκαλέσει ο Κύριος να γίνουν πιστοί του (Πράξ. 2, 39), ήταν πρόκληση προς όλο το ακροατήριό του[8]. Πιθανόν, μεταξύ των τριών χιλιάδων ανθρώπων που δέχτηκαν την ημέρα εκείνη με χαρά το λόγο του Θεού, βαφτίστηκαν και προστέθηκαν στην πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, να συμπεριλαμβάνονταν και ορισμένοι ελληνιστές? «οι μεν ουν αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθηκαν και προσετέθησαν εν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσει τρισχίλιαι». (Πραξ. 2, 41)[9]. Ο Λουκάς παρουσιάζει την εκκλησία των Ιεροσολύμων, η οποία στην αρχή αριθμούσε σύμφωνα με τις Πράξ. 1,15, εκατόν είκοσι άτομα, να αυξάνεται κατά τρεις χιλιάδες άτομα. Όσο και αν ο αριθμός αυτός φαίνεται υπερβολικός να ανταποκρίνεται στην αρχαία συνήθεια να στρογγυλοποιούνται οι αριθμοί, πρόκειται για μια θεαματική ανταπόκριση του κηρύγματος του Πέτρου προς τους παρευρισκομένους στην αγία πόλη. Έτσι έχουμε την πρώτη Εκκλησία με οικουμενική σύνθεση. Ο σταδιακά αυξανόμενος αριθμός των μαθητών, «και εγεννήθη ο αριθμός των ανδρών ως χιλιάδες πέντε» (Πράξ. 4, 4), μας οδηγεί τελικά στο έκτο κεφάλαιο των Πράξεων, όπου η παρουσία των ελληνιστών, ανάμεσα στο μεγάλο πια αριθμό των μαθητών, είναι σεβαστή και υπολογίσιμη.

Στο σημείο αυτό έχουμε την πρώτη σαφή αναφορά των ελληνιστών στις Πράξεις. Ωστόσο, αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο από τις διάφορες νύξεις που αναφέραμε παραπάνω, η παρουσία των Ιουδαίων της διασποράς στην αρχέγονη Εκκλησία να θεωρείται πιθανή από την ημέρα της Πεντηκοστής. Διαφορετικά δε μπορεί να ερμηνευθεί η πληροφορία του Λουκά πως «πληθυνόντων των μαθητών εγένετο γογγυσμός των ελληνιστών προς τους Εβραίους, ότι παραθεωρούντο εν τη διακονία τη καθημερινή αι χήραι αυτών» (Πράξ. 6, 1)[10]. Ο στίχος αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας, γιατί εκτός από τη σαφή αναφορά που κάνει στους ελληνιστές, κάνει λόγο για την ύπαρξη δύο ομάδων χριστιανών στη ζωή της αρχέγονης Εκκλησίας, τους «ελληνιστές» και τους «εβραίους» και υπαινίσσεται κάποιες διαφορές τους μέσα στην πρώτη χριστιανική κοινότητα. Φαίνεται πώς οι ελληνιστές ήσαν χριστιανοί από τους Ιουδαίους της διασποράς και όχι εθνικοί ή Ιουδαίοι συγκρητιστικών τάσεων που προέρχονταν από τους κόλπους του Qumran. Είχαν ως μητρική γλώσσα την ελληνιστική κοινή και προφανώς ήσαν επηρεασμένοι από το ελληνιστικό πνεύμα και τον ελληνιστικό πολιτισμό της διασποράς (πρβλ. Πράξ. 9, 29 και 11, 20). Ο Λουκάς αναφέρει στον ίδιο στίχο μια άλλη κατηγορία πιστών, «τους εξ Εβραίων» χριστιανούς, οι οποίοι ήσαν γηγενείς Ιουδαίοι της Παλαιστίνης, με μητρική γλώσσα τα εβραϊκά, δηλ. τα αραμαϊκά (πρβλ. Πράξ. 21, 40, 26, 41). Από την αναφορά του «γογγυσμού»των ελληνιστών ότι δεν γινόταν ίση μεταχείριση των χηρών τους, σε σχέση με τις χήρες των Εβραίων, φαίνεται ότι το ιουδαϊκό στοιχείο της Παλαιστίνης ήταν πολυπληθέστερο και ισχυρότερο στην πρώτη κοινότητα των Ιεροσολύμων. Η πληροφορία αυτή των Πράξεων είναι ιδιαίτερα σημαντική για την παρουσία των ελληνιστών στη ζωή της αρχέγονης Εκκλησίας.

Η συμμετοχή του ελληνιστικού στοιχείου φαίνεται ότι ήταν αξιόλογη τόσο στις λατρευτικές συνάξεις της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων όσο και στις χριστιανικές αγάπες (Πραξ. 2,42-47.4,32-37). Το πρόβλημα πού προέκυψε ήταν ότι στις κοινές συνάξεις, κατά την καθημερινή διανομή των τροφίμων, οι Ιουδαίοι της Ιερουσαλήμ δε φρόντιζαν τις χήρες των ελληνιστών χριστιανών. Αυτό δείχνει ότι από την ημέρα της Πεντηκοστής ως το μαρτύριο του Στεφάνου ο αριθμός των ελληνιστών στην πρώτη Εκκλησία ήταν υπολογίσιμος. Ως γνωστό πολλοί Ιουδαίοι της διασποράς, όπως ήταν και η επιθυμία του κάθε Εβραίου, επέστρεφαν στα Ιεροσόλυμα για να πεθάνουν και να ταφούν στη γη των προγόνων τους. Είχαν ιδρύσει δικές τους συναγωγές και όπως ήταν φυσικό μερικοί από αυτούς ασπάσθηκαν το χριστιανικό κήρυγμα του Πέτρου. Οι χήρες των ελληνιστών που πληθύνονταν με τον καιρό δεν είχαν πόρους συντηρήσεως και δημιουργείτο πρόβλημα στην ιουδαίκή φιλανθρωπία, που, όπως ήταν φυσικό έδινε προτεραιότητα στους γηγενείς φτωχούς. Πρακτικά οι γηγενείς φτωχοί κάθε Παρασκευή έπαιρναν χρήματα για δεκατέσσερα γεύματα, όσα ήταν τα γεύματα μια εβδομάδας ενώ οι ξένοι μόνο για μια μέρα. Η πρώτη Εκκλησία δημιούργησε δικό της σύστημα φιλανθρωπίας και φυσικά έδινε καθημερινή ενίσχυση σε όλες τις χήρες των Εβραίων και των ελληνιστών[11]. Τη διαχείριση της διακονίας αυτής στην αρχή την είχαν οι απόστολοι (πρβλ. Πράξ. 2, 45, 4, 32. 34 εξ. 5, 2 βλ. και Α΄ Κορ. 11, 21 εξ.). Φαίνεται ότι την ουσιαστική εκτέλεση της διακονίας αυτής οι απόστολοι την ανέθεσαν σε κάποια πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους, που δε διαχειρίζονταν τα βοηθήματα αντικειμενικά, αλλά μεροληπτούσαν, υπέρ των χηρών των Εβραίων που προέρχονταν από τον παλαιστινό Ιουδαϊσμό. Γι’ αυτό τον λόγο, προς από φυγή παρεξηγήσεων, οι απόστολοι ανέθεσαν την υπηρεσία των τραπεζιών σε επτά διακόνους, ελληνιστές χριστιανούς, παράλληλα με σχετικό αριθμό Ιουδαίων. Το πρόβλημα της παραγκώνισης των χηρών των ελληνιστών αντιμετω πίστηκε άμεσα από τους αποστόλους με την εκλογή των επτά διακόνων. Ο αριθμός επτά έχει συμβολικό χαρακτήρα, αλλά ίσως να ήταν επαρκής για την αντιμετώπιση των αναγκών του ελληνιστικού στοιχείου. Σημασία έχουν τα προσόντα των διακόνων: έπρεπε να έχουν καλή φήμη και να είναι γεμάτοι από τη σοφία του Αγίου Πνεύματος. Οι διάκονοι ήσαν κυρίως ελληνιστές, όπως φαίνεται καθαρά από τα ονό μα τά τους· Στέφανος, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνορας, Τίμωνας, Παρμενάς και Νικόλαος[12]. Ο τελευταίος ήταν προσήλυτος από την Αντιόχεια, δηλ. εθνικός που ασπάστηκε την ιουδαίκή θρησκεία και στη συνέχει προσχώρησε στον Χρι στιανισμό. Αυτό δείχνει ότι ανάμεσα στους πρώτους Χριστιανούς συμπε ρι­λαμβάνονταν προσήλυτοι και φοβούμενοι τον Θεό, τους οποίους συνυπολόγιζαν μαζί με τους ελληνιστές, γι’ αυτό και στον κατάλογο των επτά διακόνων μνημονεύεται αντιπροσωπευτικά και ένας προσήλυτος[13]. [1]. Βλ. Β. Στογιάννου, Η Αποστολική Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 59. [2]. Παρόλο που ο S.G. Wilson, The Gentiles and the Gentile Mission in Luke – Acts, Cambridge 1973, σελ. 121, θεωρεί τη διήγηση της Πεντηκοστής από τις πιο πολύ πολύπλοκες αναφορές των Πράξεων των Αποστόλων, ο Β. Στογιάννος, Η Πεντηκοστή (Πρ. 2, 1-13), Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 171 εξ. Παρουσιάζει αναλυτική ερμηνεία της περικοπής πρβλ. και W.L. Knox. The Acts of the Apostles,Cambridge 1948 σελ. 80 εξ.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι η διήγηση της Πεντηκοστής έχει αξιοποιηθεί καταλλήλως από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στην 4η ομιλία εις τας Πράξεις του Ιερού Χρυσοστόμου PG 60, 41-46 πρβλ. PG 50, 467 εξ. PG 52, 803 εξ. Στο λόγο ΜΑ΄ εις την Πεντηκοστή του Γρηγορίου του Θεολόγου, PG 36, 428-454, στο λόγο εις το Άγιο Πνεύμα του Γρηγορίου του Θεολόγου, PG 36, 428-454, στο λόγο εις το Άγιο Πνεύμα του Γρηγορίου Νύσσης, PG 46, 696-701, στο Υπόμνημα εις τάς Πράξεις του Οικουμενίου Τρίκης, PG 118, 65 εξ., στην Ερμηνεία εις τας Πράξεις του Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, PG 125, 524 εξ., στην 24η ομιλία, εις την κατά την Πεντηκοστήν τελεσθείσαν φανέρωσιν και διανομήν του θείου Πνεύματος, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, PG 151, 308-320 κ.ά. [3]. Πρβλ. Β. Στογιάννου. Η Πεντηκοστή (Πρ. 2, 1-13), σελ. 226 εξ. [4] . PG 60, 43. [5] . Βλ. το σχετικό άρθρο του Κ. G. Kuhn, «προσήλυτος», στο ThDNT 6 (1968), 727-744. Πρβλ. J.A. Loader, «An Explanation of the Term Proselytos», NovT 15 (1973), 270-277. [6] Βλ. Πραξ. 13, 43, 50.16, 14. 17, 4. 18, 7 και Πράξ. 10, 2. Πρβλ. 22.10, 35.13, 16.26. [7] . Η άποψη του J.C. O’ Neil, The Theology of Acts in its historical setting, London SPCK 1970, σελ. 139, ότι ο Λουκάς τρέφει κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια όχι τόσο προς τον παλαιστινό Ιουδαϊσμό όσο στον Ιουδαϊσμό της διασποράς, φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το σχετικό άρθρο του W.K.L. Clarke, «The Use of the LXX in Acts», BC 2 (1992), 66-105. Mε βάση αυτές τις απόψεις μπορούμε να προσεγγίζουμε με κριτική διάθεση τις σχετικές πληροφορίες των Πράξεων για τους ελληνιστές ιουδαίους της διασποράς. [8]. Ανάλυση του σχετικού λόγου του Πέτρου κατά την ημέρα της Πεντηκοστής βλ. Γ. Αντ. Γαλίτη. Η χριστολογία του Αποστόλου Πέτρου, Μέρος Α΄ Εισαγωγικόν, Αθήναι 1990, σελ. 19 εξ. [9]. Βλ. σχετικά στο στίχο Ιω. Παναγοπούλου, Θεολογικό υπόμνημα στις Πράξεις Αποστόλων, Μέρος Α΄ κεφ. 1-8, 3, Αθήνα 1984, σελ. 114. [10]. Πρβλ. Μ. Simon, Οι πρώτοι χριστιανοί, Αθήναι 1967, σελ. 41 εξ. J.Z. Fitzmyer, «Jewish Christianity in Acts in the Light of the Qumran Scrolls», Studies in Luke – Acts (L.E. Keck και J.L. Martyn), 1968, σελ. 237, Πρβλ. C.S. Mann, «Hellenists” and “Hebrews” in Acts VI. 1» J. Munck, Όπ. παρ. σελ. 301-304. R. Pesch, «Hellenisten und Hebraer. Zu Apg 9, 29 und 6, 1», BZ 23 (1979), 87-92. [11] . Βλ. σχετικά Ιω. Παναγοπούλου, Θεολογικό υπόμνημα στις Πράξεις Αποστόλων, σελ. 188. [12] Περισσότερα σχόλια για τους επτά διακόνους βλ. Ε. Haenchen, The Acts of the Apostles, A Commentary , Oxford 1971, σελ.263 εξ. [13]. Για την έννοια του όρου προσήλυτος, βλ. J.A. Loader, «An Explanation of the Term proselytos» NTS 15 (1973), 270-277.

ΜΕΡΟΣ-Β

Η πρώτη αυτή διάκριση που κάνει ο Λουκάς στο Πράξ. 6,1 μεταξύ ελληνιστών και εβραίων, δεν έχει φυλετική σημασία. Όπως αναφέρει επιγραμματικά ο ιερός Χρυσόστομος· «Ελληνιστάς δε οίμαι καλείν, τους ελληνιστί φθεγγομένους, ούτοι γαρ ελληνιστί διελέγοντο Εβραίοι όντες»[14]. Όμως εκφράζει μια πραγματικότητα μέσα στην πρώτη Εκκλησία. Ο συντάκτης των Πράξεων στο σημείο αυτό παρουσιάζει τη σύνθεση της πρώτης Εκκλησίας σκόπιμα και αριστοτεχνικά, για να δηλώσει ότι τα μέλη της χριστια νικής κοινότητας των Ιεροσολύμων αποτελούνταν από ιουδαίους, ελληνιστές και προσηλύτους. Επίσης θέλει να προϊδεάσει τους αναγνώστες για τη συμβολή των ελληνιστών χριστιανών στη διάδοση του ευαγγελίου στον εθνικό κόσμο[15]. Ο διάκονος Στέφανος[16] στάθηκε η αφορμή για την διάδοση του ευαγ γελίου από τα Ιεροσόλυμα και την Ιουδαία, στη Σαμάρεια καιως τα έσχατα της γης, σύμφωνα με την εξαγγελία του συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων (Πράξ. 1,8)[17]. Στην αρχή ο πρωτομάρτυρας Στέφανος «πλήρης χάριτος και δυνάμεως» (Πραξ. 6, 8) έκανε θαύματα ανάμεσα στον λαό. Όμως μερικοί Ιουδαίοι που ανήκαν στη συναγωγή των Λιβερτίνων[18], καθώς και μερικοί Κυρηναίοι και Αλεξανδρινοί και άλλοι από την Κιλικία και από την επαρχία της Ασίας, άρχισαν τη λογομαχία με τον Στέφανο, που κατέληξε στη συκοφαντία ότι λέει λόγια βλάσφημα για τον Μωυσή και τον Θεό. Έτσι ξεσηκώθηκε ο λαός, οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς και έσυραν τον διάκονο στο συνέδριο, με την κατηγορία από μέρους των ψευδομαρτύρων ότι λέει βλάσφημα λόγια εναντίον του ναού των Ιεροσολύμων και του νόμου του Μωυσή. Πιο συγκεκριμένα ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα γκρεμίσει τον ναό και θα αλλάξει τους θεσμούς που μας παρέδωσε ο Μωυσής, «Ο άνθρωπος ούτος ου παύεται λαλών ρήματα κατά του τόπου του αγίου τούτου και του νόμου, ακηκόαμεν γαρ αυτού λέγοντος ότι Ιησούς ο Ναζωραίος ούτος καταλύσει τον τόπον τούτον και αλλάξει τα έθη α παρέδωκεν ημίν Μωυσής» (Πράξ. 6,13-14)[19]. Η θεολογία του Στεφάνου εστιαζόταν στη διδασκαλία του Ιησού για την πνευματική λατρεία[20], όπως την είχε εκθέσει στη Σαμαρείτισσα γυναίκα (Ιω. 4, 1-42). Ως γνωστό το πρόβλημα της λατρείας απασχολούσε έντονα τόσο τους Σαμα ρείτες όσο και τους Ιουδαίους και αυτό φαίνεται καθαρά από τον προβληματισμό της γυναίκας, αν έπρεπε να λατρεύεται ο Θεός στο βουνό Γαριζείν ή στο ναό των Ιεροσολύμων. Η απάντηση του Ιησού υπήρξε καταλυτική και ως προς τον τόπο και ως προς τον τρόπο της λατρείας:«αλλά έρχεται ώρα και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσιν τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν· πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιω. 4, 23-24)[21]. Ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στο έργο του Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον δίδει μια θαυμάσια ερμηνεία στη συγκεκριμένη αναφορά του Χριστού για την πνευματική λατρεία. Όπως υποστηρίζει ο ερμηνευτής Πατέρας, οι Σαμαρείτες περιέκλειαν τον Θεό σε συγκεκριμένο τόπο και στον τόπο αυτό τον λάτρευαν, ενώ οι Ιουδαίοι ασκούσαν μια τυπική λατρεία. Με την αναφορά «εν πνεύματι» ο Ιησούς θέλει να τονίσει ότι η σαμαρειτική λατρεία είναι ελλειπής, γιατί η αληθινή λατρεία πρέπει να γίνεται εν πνεύματι, δηλ. με τον νου και την ψυχή. Παράλληλα είναι ελλειπής και η τυπική λατρεία των Ιουδαίων, γιατί δεν έχει το «εν αληθεία». Και καταλήγει ο Θεοφύλακτος, «έρχεται ουν, φησίν, ώρα, μάλλον δε και νυν εστιν, ο της εμής δηλαδή σωματικής παρουσίας καιρός, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί ούτε κατά Σαμαρείτας, εν τόπω ενί προσκυνήσουσιν, αλλ’ εν παντί τόπω κατά πνεύμα, και ασωμάτως την προσκύνησιν προσάγοντες (ώσπερ και Παύλος φησίν· «ω λατρεύω εν τω πνεύματί μου»)· ούτε κατά τους Ιουδαίους, τυπικήν και σκιώδη, και των μελλόντων εμφαντικήν λατρείαν προσάξουσιν, αλλ’ αληθή και μηδέν σκιώδες έχουσαν. Τοιούτους γαρ ζητεί τους προσκυνητάς ο Θεός επειδή πνεύμά εστι, πνευματικούς και επειδή αλήθειά εστιν, αληθινούς»[22]. Αυτή ακριβώς την πνευματική διδασκαλία για τη λατρεία επανέλαβε ο διάκονος Στέφανος, «αλλ’ ουχ ο ύψιστος εν χειροποιήτοις κατοικεί» (Πράξ. 7, 48)[23] με αποτέλεσμα το λιθοβολισμό του (Πράξ. 7, 58-60). Σχολιάζοντας ο ιερός Χρυσόστομος το γεγονός του λιθοβολισμού του πρωτομάρτυρα Στεφάνου έξω από την πόλη, το παραλληλίζει με τη σταύρωση του Χριστού και συνδέει τον θάνατο με την ομολογία και το κήρυγμα της σω τηρίας. Αναφέρει χαρακτηριστικά·«Πάλιν έξω της πόλεως ο θάνατος, ώσπερ επί του Χριστού, και εν αυτώ τω θανάτω η ομολογία και το κήρυγμα διαγγελ λόμε νον»[24]. Αυτό το περιστατικό στάθηκε η αιτία για να αρχίσει ο πρώτος διωγμός των Ιουδαίων εναντίον της χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων, με κύριο στόχο τους μαθητές του Στεφάνου[25] και γενικότερα των ελληνιστών χριστιανών, οι οποίοι εμφανίζονταν διαφοροποιημένοι από τη βασική διδασκαλία των Ιουδαίων για τον ναό και τον νόμο. Είναι γνωστό ότι το ελληνιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανατράφηκαν οι Ιουδαίοι της διασποράς, είχε το στοιχείο του κοσμοπολιτισμού και της ευρύτερης ελληνιστικής παιδείας. Με αυτό το κοινωνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο ήταν πολύ φυσικό να κινηθούν στο πνεύμα της οικουμενικότητας του Χριστιανισμού, που αποτελεούσε τη βασική ιεραποστολική εντολή του Χριστού προς τους μαθητές του, για την πορεία του ευαγγελίου στα έθνη (Μτθ. 28, 19). Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, η οικουμενική αποστολή των μαθητών είναι κάτι που ξεκίνησε με την εντολή του Χριστού να γίνουν μάρτυρές του από τα Ιεροσόλυμα ως τα έσχατα της γης (Πράξ. 1,8)[26]. Συνεχίστηκε με την ενίσχυση των αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, που ήταν η προϋπόθεση για την ιεραποστολή πρώτα στην αγία πόλη και κατόπιν στα έθνη, στην οικουμένη. Η ιεραποστολική δράση των αποστόλων, από την Πεντηκοστή ως το λιθοβολισμό του Στεφάνου, ήταν περιορισμένη στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο των Ιεροσολύμων, όπου ήταν η έδρα της πρώτης Εκκλησίας. Γι’αυτό ήταν πολύ φυσικό να απευθυνθούν στους κατοίκους που έμεναν σ’αυτή την πόλη, Ιουδαίους, ελληνιστές, εθνικούς, Ρωμαίους, που παρεπιδημούσαν στα Ιεροσόλυμα και τους προσήλυτους ή φοβούμενους τον Θεό. Σημασία βέβαια έχει όχι μόνο προς ποιους απευθύνονταν οι μαθητές αλλά και ποιο ήταν το περιεχόμενο της ομιλίας τους. Όπως φαίνεται από τους λόγους του Πέτρου το ευαγγέλιο είχε μέσα του μια οικουμενική προοπτική. Απευθυνόταν προς όλους τους ανθρώπους, ξεκινώ ντας σύμφωνα με την ιερή ιστορία, δηλαδή την ιστορία της θείας Οικονομίας, από τον εκλεκτό λαό του Ισραήλκαι φθάνοντας ως τη σωτηρία των εθνών διά Ιησού Χριστού[27]. Ο βασικός άξονας των λόγων των αποστόλων είναι ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος ήταν ο προεπηγγελμένος από τους προφήτες Μεσσίας[28] προς τον λαό του Ισραήλ. Όμως ο σκληροτράχηλος αυτός λαός όχι μόνο δεν τον αποδέχθηκε, αλλά αντίθετα τον οδήγησε στο μαρτύριο και στο σταυρικό θάνατο. Απόδειξη ότι ήταν πραγματικά ο Υιός του Θεού, είναι το γεγονός της ταφής και της αναστάσεώς του (Πράξ. 2, 24. 4,10). Η σωτηρία είναι πρόκληση σε όλα τά έθνη, ως τα έσχατα της γης. Αυτή είναι η αφετηριακή θεολογική προϋπόθεση για την έξοδο του ευαγγελίου στα έθνη, πού έγινε αποδεκτή τόσο από τους αποστόλους και τους ομοεθνείς τους Ιουδαίους, όσο και από τους άλλους πιστούς ελληνιστές και προσήλυτους που βαφτίστηκαν, έλαβαν το Άγιο Πνεύμα και έγιναν μέλη της αρχέγονης Εκκλησίας[29]. Μετά τον λιθοβολισμό του Στεφάνου ξέσπασε ο πρώτος διωγμός εναντίον της Εκκλησίας, από τους σκληροπυρηνικούς Εβραίους καιείχε στόχο κυρίως τους ελληνιστές χριστιανούς, λόγω της σύγκρουσής τους με τον ναό και τον νόμο. Οι απόστολοι φαίνεται ότι προσπαθούσαν να κρατήσουν κάποια ισορροπία με τους συμπατριώτες τους Ιουδαίους χωρίς να έρχονται σε άμεση ρήξη και χωρίς να γίνονται επιθετικοί, γι’αυτό και εξαιρέθηκαν από το διωγμό «πλην των αποστόλων» (Πραξ. 8,1). Η ιεραποστολική τους μέθοδος φαίνεται πως ήταν πιο συμβιβαστική, αφού ως στόχο του ιεραποστολικού τους έργου στα Ιεροσόλυμα είχαν πρώτα τους Ιουδαίουςκαι κατόπι τους υπόλοιπους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν τον διωγμό ως ευκαιρία για τη διάδοση του ευαγγελίου έξω από την Ιουδαία, αφού σύμφωνα με τον Λουκά, «Οι μεν ουν διασπαρέντες διήλθον ευαγγελιζόμενοι τον λόγον» (Πράξ. 8,4). Χαρα κτηριστικά αναφέρει ο ιερός Χρυσόστομος· «ου μικρόν ο διωγμός κατώρθωσεν εις τον λόγον… Ουκ αν, ει γε επίτηδες εσπούδασεν στήναι την Εκκλησίαν, άλλο τι εποίησαν, η τουτο, λέγω δε το διασπείραι τους διδασκάλους. Και όρα πού το κήρυγμα εξετάθη; Διήλθον, φησιν, έως Φοινίκης και Κύπρουκαι Αντιοχείας, ουδενί μέντοι ελάλουν ει μη μόνοις Ιουδαίοις» [30]. Και συμπληρώνει ο Οικουμένιος· «Όρα πώς ο θεός τας επιβουλάς των εχθρών εις χρηστόν άγει τέλος. Διασπαρέντες γαρ πολύ πλείους εσαγήνευσαν ή πριν διωχθήναι. Οι δε απόστολοι ου διεσπάρησαν, αλλ’ ήσαν εν Ιεροσολύμοις. Ένθα γαρ πλείων ο πόλεμος, εκεί παρατάττεσθαι τους πρωταγωνιστάς έδει, και προκείσθαι τοις άλλοις ανδρείας και θάρσους υπόδειγμα»[31]. Μετά την παραπάνω (Πράξ. 8,4) γενική αναφορά ο συγγραφέας των Πράξεων διακόπτει τη διήγηση, παρεμβάλλοντας κάποιες άλλες πληροφορίες· για την ιεραποστολική δράση του Φιλίππου στα μέρη της Σαμάρειας και σε άλλες περιοχές, την κλήση του Παύλου καιτα γεγονότα που ακολούθησαν μετά από αυτή, τη δράση του Πέτρου και κατόπιν συνεχίζει την παράθεση των γεγονότων των διασπαρέντων χριστιανών[32]. Ωστόσο πρέπει να πούμε ότι και οι παραπάνω διηγήσεις (Πράξ. 8,4-11, 58) δεν είναι άσχετες με το θέμα της διάδοσης του ευαγγελίου από τα όρια της Ιερουσαλήμ, στα όρια της Ιουδαίας, της Σαμάρειας και ως τα έσχατα της γης. Παράλληλα στις παραπάνω ενότητες των Πράξεων φαίνεται ότι συντελείται οριστικά η πορεία του ευαγγελίου στα έθνη[33]. Θεωρούμε μάλιστα ότι με τα κεφάλαια αυτά που προέρχονται από μια ιουδαϊκή και μια ελληνιστική πηγή[34], συνδέεται η ιεραποστολική δράση των Ιουδαιο χριστιανών, με κορυφαίους εκπροσώπους τους αποστόλους και των ελληνιστών χριστιανών με κύριο εκφραστή τον διάκονο Φίλιππο[35] και τον Παύλο. Ο Λουκάς παρουσιάζει τις σχέσεις της εκκλησίας των Ιεροσολύμων με τους ελληνιστές χριστιανούς, όχι σε αντίθεση και διαλεκτική αντιπαράθεση για το πρόβλημα της διάδοση του ευαγγελίου στη Σαμάρεια, αλλά σε μια αρμονική σύνθεση. Το κήρυγμα του διακόνου Φιλίππου στη Σαμάρεια, μια κατεξοχή αντίπαλη περιοχή με τους Ιουδαίους, «ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρίταις» (Ιω. 4, 9), που αναφερόταν στη χαρμόσυνη είδηση για τη βασιλεία του Θεού και για τη σωτηρία δια του Ιησού Χριστου, είχε ως αποτέλεσμα να πιστέψουν και να βαπτισθούν άνδρες και γυναίκες, αυτής της πόλης (Πράξ. 8, 12)[36]. O συγγραφέας των Πράξεων παρουσιάζει τους αποστόλους στα Ιερο σόλυμα όχι μόνο να συνηγορούν για το χαρμόσυνο γεγονός της αποδοχής του λόγου του Θεού από τους Σαμαρείτες, αλλά συγχρόνως να στέλλουν δύο κορυφαίους αποστόλους, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, όχι με την έννοια του ελέγχου, αλλά να προσευχηθούν για να λάβουν το Άγιο Πνεύμα όσοι είχαν βαπτιστεί (Πράξ. 8, 14-15)[37]. Επομένως η διάδοση του ευαγγελίου στους Σαμαρείτες ήταν ένα έργο που ξεκίνησε με τον ελληνιστή διάκονο Φίλιππο καιολοκληρώθηκε από τους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη, οι οποίοι αφού έδωσαν τη μαρτυρία τους και κήρυξαν τον λόγο του Θεού στη Σαμάρεια γύρισαν στα Ιεροσόλυμα κηρύττοντας το ευαγγέλιο σε πολλά χωριά των Σαμαριτών· «οι μεν ουν διαμαρτυράμενοι καιλαλήσαντες τον λόγον του κυρίου υπέστρεφον εις Ιεροσόλυμα, πολλά τε κώμας των Σαμαριτών ευηγγελίζοντο» (Πράξ. 8, 25). Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στη Σαμάρεια τόσο ο Φίλιππος όσο και οι δύο απόστολοι ήρθαν σε άμεση ρήξη με μια σοβαρή πρόκληση για τον Χριστιανισμό· τη μαγεία, που εκπροσωπούσε ο Σίμων ο μάγος[38]. O Φίλιππος κατόρθωσε να μεταστρέψει τον Σίμωνα στον Χριστια νισμό, «ο δε Σίμων και αυτός επίστευσεν και βαπτισθείς ην προσκαρτερών τω Φιλίππω» (Πράξ. 8, 13), οι δε απόστολοι προσπάθησαν να τον κατηχήσουν και να τον αποσπάσουν από τα κατάλοιπα της μαγείας που διατηρούσε μέσα του (Πράξ. 8, 20-24) [39] Αυτό δείχνει ότι η επέκταση της Εκκλησίας από τα Ιεροσόλυμα στη Σαμάρεια ήταν έργο τόσο των ελληνιστών όσο και των ίδιων των αποστόλων. Το συγκεκριμένο γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία για το πρόβλημα της οικουμενικής αποστολής της αρχέγονης Εκκλησίας, η οποία χαρακτηρρίζεται από σύγχρονους ερευνητές ως κατεξοχή εσωστρεφής, με αποκλειστικότητα του κηρύγματος προς τους Ιουδαίους[40]. Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το πρώτο βήμα για τη διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη γίνεται συγχρόνως από τους ελληνιστές χριστιανούς και τους Ιουδαιοχριστιανούς που εκπροσωπούσαν οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης. Η εντολή του Χριστού για το κήρυγμα του ευαγγελίου στα έθνη, ιστορικά συνεχίζει να πραγματοποιείται και κατά την ιεραποστολική δράση της Εκκλησίας στη Σαμάρεια.

ΜΕΡΟΣ-Γ

Σύμφωνα με τις πληροφορίες των Πράξεων η πρώτη χριστιανική κοινότητα όχι μόνο δεν παρουσιάζεται ιουδαιοκεντρική, όχι μόνο δεν αντιτίθεται στην ιεραποστολική δράση των ελληνιστών στη Σαμάρεια, αλλά συμβάλλει και αυτή θετικάκαι δυναμικά προς την κατεύθυνση της διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη. Όπως παρατηρεί εύστοχα ο συντάκτης των πράξεων η Εκκλησία σε όλη την Ιουδαία, τη Γαλιλαία και τη Σαμάρεια, «είχεν ειρήνην οικοδομουμένη και πορευομένη, τω φόβω του κυρίου καιτη παρακλήσει του αγίου πνεύματος επληθύνετο» (Πράξ. 9, 31). Είναι σαφές για τη θεολογία του Λουκά ότι η πορεία,, η αύξηση και η στερέωση της Εκκλησίας ήταν αποτέλεσμα της ενίσχυσης του Αγίου Πνεύματος. Επομένως το έργο της ιεραποστολής στα έθνη δεν ήταν θέμα που εξαρτάτο πρωτίστως από τις ανθρώπινες δυνάμεις είτε των ελληνιστών είτε των ίδιων των αποστόλων, αλλά από την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα καλούσε, φώτιζε, ενίσχυε και καθοδηγούσε τα βήματα των ιεραποστόλων που ήταν δικά του όργανα[41], και συνεργούσαν στη διάδοση του λόγου του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Το ίδιο μοτίβο της παράλληλης δράσης των ελληνιστών και των Ιουδαίων χριστιανών, προς τον εθνικό κόσμο, παρουσιάζει ο Λουκάςκαι στη συνέχεια της διηγήσεως των Πράξεων. Ενώ ο ελληνιστής διάκονος Φίλιππος, μετά την πληροφορία του αγγέλου, αναλαμβάνει την κατήχηση του Αιθίοπα αξιω ματού χου της βασίλισσας της Κανδάκης (Πράξ. 8, 26-40)[42], ο απόστολος Πέτρος μετά από όραμα πάλι αγγέλου (Πράξ. 10, 3), αναλαμβάνει την κατήχηση του Ρωμαίου εκατόνταρχου Κορνήλιου, ενός εθνικού, ο οποίος είχε γίνει φοβούμενος τον Θεό (Πράξ. 10, 1-48)[43]. Πρόκειται για ένα δεύτερο περιστατικό παράλληλης δράσης ελληνιστών και Ιουδαίων χριστιανών, για τη διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη. Φαίνεται ότι η αρχέγονη Εκκλησία είχε τον έλεγχο, ενώ είχε δώσει και τη συγκατάθεσή της για την ενίσχυση του έργου των ελληνιστών ιεραποστόλων προς τον εθνικό κόσμο. Έτσι, η οικουμενική αποστολή του Χριστιανισμού υιοθετήθηκε κατά την Πεντηκοστή, από την εκκλησία των Ιεροσολύμων, ενώ η υλοποίησή της γινόταν τόσο από τους ελληνιστές, όσο και τους αποστόλους, αλλά πάντοτε με τον φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος· «Θέα του Θεού την οικονομίαν. Ουκ αφήκεν απαρτισθήναι τον λόγον, ουδέ εκ προστάγματος Πέτρου γενέσθαι το βάπτισμα· αλλ’επειδή την διάνοιαν αυτών έδειξαν θαυμαστήν ούσαν, και της διδασκαλίας αρχή γέγονε, και επίστευσαν, ότι πάντως το βάπτισμα άφεσις εστιν αμαρτημάτων, τότε επήλθε το Πνεύμα. Τούτο δε γίνεται προικονομούντος απολογίαν μεγάλην τω Πέτρω του Θεού. Ουχ απλώς δε το Πνεύμα λαμβάνουσιν, αλλά γλώσσαις ελάλουν, όπερ και εξέπληττε τους συνελθόντας. Τι δήποτε δε ούτως οικονομείται το πράγμα; Διά τους Ιουδαίους· και γάρ πάνυ απεχθώς είχον προς αυτό. Διό πανταχού του Θεού το πάν γίνεται. Και ο Πέτρος σχεδόν απλώς πάρεστι παιδευόμενος, ότι δει λοιπόν αυτούς άψασθαι των εθνών και ότι δι’ αυτών δει γενέσθαι τούτο»[44]. Τίποτε δε γίνεται στην τύχη και κανένας δε λειτουργεί αυτονομημένα σε όλη αυτή την πορεία του ευαγγελίου στα έθνη. Η αντικειμενικότητα των πληροφοριών των Πράξεων φαίνεται από το γεγονός ότι ο Λουκάς δεν αποκρύ πτει κανένα στοιχείο, ούτε ωραιοποιεί καταστάσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρει πως κοντά στους αποστόλους βρίσκονταν «οι εκ περιτομής πιστοί» (Πράξ. 10,45)[45], οι πιστοί που προέρχονταν από πολύ συντηρητικούς Ιουδαίους. Αυτή η ομάδα έμεινε στενά εξαρτημένη από την παράδοση των Ιουδαίων και ήθελαν τον Χριστιανισμό να περνά μέσα από τον Ιουδαϊσμό και αντίστοιχα τους πιστούς χριστιανούς να περνούν μέσα από τον νόμο του Μωυσή. Το σύνολο των σκληροπυρηνικών Ιουδαίων διατήρησαν την επιρροή τους στην αρχέγονη χριστιανική κοινότητα ουσιαστικά από τη συγκρότηση της Εκκλησίας την ημέρα της Πεντηκοστής ως την εποχή της συγκλήσεως της Αποστολικής Συνόδου (48/49 μ.Χ.). Παρά τις αποφάσεις της Συνόδου περί ελευθέρας εισόδου των νέων πιστών στον Χριστιανισμό[46], δε φαίνεται να συμμορφώθηκε η ομάδα αυτή των ιουδαϊζόντων με το οικουμενικό πνεύμα της αρχέγονης Εκκλησίας, με αποτέ λεσμα σιγά-σιγά να οδηγηθούν σε περιθωριοποίηση και τελικά να θεωρηθούν ως μία αιρετική κατάσταση, που έπρεπε να αποκοπεί από το σώμα της εκκλησίας. Μια ομάδα των «εκ περιτομής» πιστών (Πράξ. 10,45), οι οποίοι συνόδευαν τον Πέτρο στο σπίτι του Κορνήλιου[47] εξέφρασαν τον θαυμασμό τους βλέποντας να δίνεται και στους εθνικούς η δωρεά του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. 10,45). Η εμπειρία ήταν αφοπλιστική για κάθε μορφή συντηρη τικό τητας. Τα γεγονότα κινήθηκαν με τέτοια συγκλονιστικότητα, πού δεν άφηναν περιθώρια, για άρνηση της εισόδου και των εθνικών στους κόλπους της αρχέγονης Εκκλησίας. Παρόλα αυτά μια άλλη ομάδα των πιστών «εκ περιτομής» (Πράξ. 11, 3), πού όπως φαίνεται παρέμειναν μονίμως στα Ιεροσόλυμα και αγνοούσαν την πραγματικότητα όπως εξελισσόταν στους χώρους της Ιεραποστολικής δράσης των ελληνιστών και των αποστόλων, ήσαν ιδιαίτερα αυστηροί στις ιουδαϊκές τους παραδόσειςκαι τον νόμο του Μωυσή[48]. Με τις παραπάνω παράλληλες ιεραποστολές στα έθνη, των ελληνιστών και των ιουδαιοχριστιανών συνδέεται η αναφορά του Λουκα για εκείνους που είχαν διασκορπιστεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια (Πράξ. 1, 8. 8,4), μετά το διωγμό του Στεφάνου. Παράλληλα η ιεραποστολή περνά από τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια. Το πρόβλημα είναι αν πρόκειται για δύο ομάδες ιεραποστόλων, ελληνιστών και ιουδαιοχριστιανών ή για μία ομάδα. Φαίνεται ότι ο Λουκάς αναφέρεται σε δύο ομάδες, που ξεκίνησαν από τα Ιεροσόλυμα, μετά τον λιθοβολισμό του Στεφάνου. Η μια πέρασε από τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια, περιορίζοντας το κήρυγμα των μαθητών μόνο στους Ιουδαίους. Πιθανόν πρόκειται για ιουδαιοχριστιανούς ιεραποστόλους, που θέλησαν να κρατήσουν την αρχική ιεραποστολική τακτική της πρώτης χριστιανικής κοινότητας, η οποία είχε ως στόχο της πρώτακαι κύρια τους Ιουδαίους· «Οι μεν ουν διασπαρέντες από της θλίψεως της γενομένης επί Στεφάνω διήλθον έως Φοινίκης και Κύπρουκαι Αντιοχείας μηδενί λαλούντες τον λόγον ει μη μόνον Ιουδαίοις» (Πραξ. 11, 19)[49]. Η δεύτερη ομάδα, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Λουκά, ήσαν ελληνιστές χριστιανοί, αφού κατάγονταν από την Κύπρο και την Κυρήνη. Αυτοί ήσαν πιθανόν μαθητές του Στεφάνου και είχαν ως υπόβαθρο την κοσμοπολίτικη παράδοση του ελληνιστικού τους περιγύρου. Υποστήριζαν την οικουμενική θεολογική τάση, όπως εκφράστηκε στην τελευταία εντολή του Χριστού προς τους μαθητές του πρίν από την ανάληψή του, γι’ αυτό όταν έφθασαν στην Αντιόχεια, διέδιδαν το χαρμόσυνο μήνυμα ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριοςκαι προς τους εθνικούς. Με τη δύναμη του Χριστού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Λουκάς, πολλοί πίστεψαν και μετεστράφηκαν στο Χριστιανισμό· «ήσαν δε τινες εξ αυτών άνδρες Κύπριοι και Κυρηναίοι, οίτινες ελθόντες εις Αντιόχειαν ελάλουν και προς τους Ελληνιστάς ευαγγελιζόμενοι τον κύριον Ιησούν, και ην χειρ κυρίου μετ’ αυτών πολύς τε αριθμός ο πιστεύσας επέστρεψεν επί τον κύριον» (Πράξ. 11, 20-21)[50]. Η ιεραποστολική δράση αυτής της ομάδας των ελληνιστών έγινε γνωστή στην εκκλησία των Ιεροσολύμων. Τότε έστειλαν τον Βαρνάβα (Πράξ. 11,22), έναν αγαθό άνθρωπο με πίστη και «πλήρη πνεύματος αγίου» (Πράξ. 11, 24), ο οποίος μόλις έφθασε στην Αντιόχεια και είδε το έργο των συμπατριωτών του Κυπρίων και των Κυρηναίων, χάρηκε (Πράξ. 11, 23). Αφού στήριζε τους ελληνιστές ιεραποστόλους, έμεινε και αυτός εκεί έχοντας μαζί του τον Παύλο. Στη χριστιανική κοινότητα της Αντιόχειας συμμετείχε στις συνάξεις της εκκλησίας για ένα χρόνο, διδάσκοντας πολλούς ανθρώπους το ευαγγέλιο της σωτηρίας (Πράξ. 11, 26)[51]. Έτσι καιστην περίπτωση της Αντιόχειας, όπως και προηγουμένως στη Σαμάρεια, η εκκλησία των Ιεροσολύμων, με εκπρόσωπο τον Βαρνάβα συνεργάστηκε και πάλι με τους ελληνιστές ιεραποστόλους, για τη διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη. Συμπεράστματα Μετά από όσα αναφέραμε παραπάνω μπορούμε να οδηγηθούμε στα παρακάτω συμπεράσματα. Γίνεται σαφές ότι στην αρχέγονη Εκκλησία τόσο οι απόστολοι όσο και οι ιουδαιοχριστιανοί ελληνιστές μαζί, διέδωσαν τον Χριστιανισμό σταδιακά από τα Ιεροσόλυμα και την Ιουδαία, στη Σαμάρεια και την Αντιόχεια και ως τα έσχατα της γης, δίνοντάς του τις οικουμενικές διαστάσεις που του ανήκαν. Ωστόσο η ιδιαίτερη συμβολή των ελληνιστών χριστιανών για τη διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη υπήρξε σημαντική. Δε μπορεί να γίνει λόγος για αυτονομημένες δραστηριότητες των ελληνιστών με οικουμενικές διαστάσεις, ούτε για αποκλει στικότητα του κηρύγματος μόνο προς τους Ιουδαίους από τους αποστόλους και την πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσο λύμων. Ακόμηκαι η χαρακτηριστική αναφορά «ει μη μόνον Ιουδαίοις» (Πράξ. 11, 19) δεν πρέπει να ερμηνευτεί με την έννοια της ιουδαϊκής αποκλειστικότητας, αλλά με την έννοια πρώτα στους Ιουδαίους και έπειτα στα έθνη. Η εθνική αποκλει στικότητα δε μπορούσε να ήταν η επιλογή των αποστόλων και της πρώτης Εκκλησίας, από την ώρα που η εντολή του Ιησού αφορούσε στην διάδοση του ευαγγελίου στα έθνη και την ιεραποστολή την κατηύθυνε το Άγιο Πνεύμα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Πράξεων των Αποστόλων στην ομάδα των ελληνιστών Χριστιανών ανήκαν όλοι οι Ιουδαίοι της διασποράς, Όμως στις Πράξεις διακρίνονται ο Στέφανος και οι μαθητές του, οι επτά διάκονοι και ο Βαρνάβας, οι ανώνυμοι Κύπριοικαι Κυρηναίοι, με κορυφαίο εκφραστή των ελληνιστών τον απόστολο Παύλο. Γι’ αυτό το επόμενο βήμα για τη διάδοση του ευαγγελίου στον εθνικό κόσμο, δηλαδή την οικουμενική αποστολή του Χριστιανισμού, το Άγιο Πνεύμα δια της εκκλη σίας της Αντιοχείας το ανέθεσε στον Παύλο και τον συνέκδημό του Βαρνάβα.


[1]. Βλ. Β. Στογιάννου, Η Αποστολική Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 59. [2]. Παρόλο που ο S.G. Wilson, The Gentiles and the Gentile Mission in Luke – Acts, Cambridge 1973, σελ. 121, θεωρεί τη διήγηση της Πεντηκοστής από τις πιο πολύ πολύπλοκες αναφορές των Πράξεων των Αποστόλων, ο Β. Στογιάννος, Η Πεντηκοστή (Πρ. 2, 1-13), Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 171 εξ. Παρουσιάζει αναλυτική ερμηνεία της περικοπής πρβλ. και W.L. Knox. The Acts of the Apostles,Cambridge 1948 σελ. 80 εξ. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι η διήγηση της Πεντηκοστής έχει αξιοποιηθεί καταλλήλως από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στην 4η ομιλία εις τας Πράξεις του Ιερού Χρυσοστόμου PG 60, 41-46 πρβλ. PG 50, 467 εξ. PG 52, 803 εξ. Στο λόγο ΜΑ΄ εις την Πεντηκοστή του Γρηγορίου του Θεολόγου, PG 36, 428-454, στο λόγο εις το Άγιο Πνεύμα του Γρηγορίου του Θεολόγου, PG 36, 428-454, στο λόγο εις το Άγιο Πνεύμα του Γρηγορίου Νύσσης, PG 46, 696-701, στο Υπόμνημα εις τάς Πράξεις του Οικουμενίου Τρίκης, PG 118, 65 εξ., στην Ερμηνεία εις τας Πράξεις του Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, PG 125, 524 εξ., στην 24η ομιλία, εις την κατά την Πεντηκοστήν τελεσθείσαν φανέρωσιν και διανομήν του θείου Πνεύματος, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, PG 151, 308-320 κ.ά. [3]. Πρβλ. Β. Στογιάννου. Η Πεντηκοστή (Πρ. 2, 1-13), σελ. 226 εξ. [4] . PG 60, 43. [5] . Βλ. το σχετικό άρθρο του Κ. G. Kuhn, «προσήλυτος», στο ThDNT 6 (1968), 727-744. Πρβλ. J.A. Loader, «An Explanation of the Term Proselytos», NovT 15 (1973), 270-277. [6] Βλ. Πραξ. 13, 43, 50.16, 14. 17, 4. 18, 7 και Πράξ. 10, 2. Πρβλ. 22.10, 35.13, 16.26. [7] . Η άποψη του J.C. O’ Neil, The Theology of Acts in its historical setting, London SPCK 1970, σελ. 139, ότι ο Λουκάς τρέφει κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια όχι τόσο προς τον παλαιστινό Ιουδαϊσμό όσο στον Ιουδαϊσμό της διασποράς, φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το σχετικό άρθρο του W.K.L. Clarke, «The Use of the LXX in Acts», BC 2 (1992), 66-105. Mε βάση αυτές τις απόψεις μπορούμε να προσεγγίζουμε με κριτική διάθεση τις σχετικές πληροφορίες των Πράξεων για τους ελληνιστές ιουδαίους της διασποράς. [8]. Ανάλυση του σχετικού λόγου του Πέτρου κατά την ημέρα της Πεντηκοστής βλ. Γ. Αντ. Γαλίτη. Η χριστολογία του Αποστόλου Πέτρου, Μέρος Α΄ Εισαγωγικόν, Αθήναι 1990, σελ. 19 εξ. [9]. Βλ. σχετικά στο στίχο Ιω. Παναγοπούλου, Θεολογικό υπόμνημα στις Πράξεις Αποστόλων, Μέρος Α΄ κεφ. 1-8, 3, Αθήνα 1984, σελ. 114. [10]. Πρβλ. Μ. Simon, Οι πρώτοι χριστιανοί, Αθήναι 1967, σελ. 41 εξ. J.Z. Fitzmyer, «Jewish Christianity in Acts in the Light of the Qumran Scrolls», Studies in Luke – Acts (L.E. Keck και J.L. Martyn), 1968, σελ. 237, Πρβλ. C.S. Mann, «Hellenists” and “Hebrews” in Acts VI. 1» J. Munck, Όπ. παρ. σελ. 301-304. R. Pesch, «Hellenisten und Hebraer. Zu Apg 9, 29 und 6, 1», BZ 23 (1979), 87-92. [11] . Βλ. σχετικά Ιω. Παναγοπούλου, Θεολογικό υπόμνημα στις Πράξεις Αποστόλων, σελ. 188. [12] Περισσότερα σχόλια για τους επτά διακόνους βλ. Ε. Haenchen, The Acts of the Apostles, A Commentary , Oxford 1971, σελ.263 εξ. [13]. Για την έννοια του όρου προσήλυτος, βλ. J.A. Loader, «An Explanation of the Term proselytos» NTS 15 (1973), 270-277. [14]. Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, PG 60, 113. Ειδικά για το πρόβλημα των ελληνιστών στο Πράξ. 6,1 βλ. Ε. C. Blackman. «The Hellenists of Acts 6.1», ET 48 (1936-7), 524 εξ. C.F.D. Moule, «Once more, who were the Hellenists», ET 70 (1959), 100-102. [15]. Για τις προθέσεις του συγγραφέα βλ. J.D. McCaughey, «The Intention of the Author, Some Questions about the exegesis of Acts 6, 1-6» ABR, 7 (1959), 27-36. [16]. Περισσότερα γιια το Στέφανο και τους ελληνιστές στην αρχέγονη Εκκλησία βλ. Μ. Simon, St. Stephen and the Hellenists in the Primitive Church, London 1958, σελ. 130 εξ. [17]. Γι’ αυτή την κυκλική μεταφορά του ευαγγελίου στον κόσμο βλ. M.D. Goulder, Type and history in Acts, London 1964, σελ. 65 εξ. [18] . Περισσότερα για τους Λιβερτίνους και τις άλλες ιουδαϊκές ομάδες βλ. Ε. Haenchen, The Acts of the Apostles, σελ. 270 εξ. όπουκαι σχετική βιβλιογραφία. [19]. Ιδιαίτερα για το ναό των Ιεροσολύμων βλ. Δ. Καϊμάκη, Ο ναός του Σολομώντα, Θεσσαλονίκη 1984. Παράλληλα τη σχέση του Ιησού με το ναό βλ. G.A. Barrois, Jesus Christ and the Temple, St. Vladimir’s Seminary Press, New York 1980. [20]. Περισσότερα για τη θέση της λατρείας και του ναού στην Κ.Δ. και τον αρχέγονο Χριστιανισμό βλ. R.J. McΚelvey, The New Temple. The church in the New Testament, Oxford University Press 1969, σελ. 58 εξ. Πρβλ. C.F.D. Moule. « Sanctuary and Sacrifice in the Church of the New Testament», JThS 1 (1950), 29-41. F.M. Young, «Temple Cult and Law in Early Christianity», NTS 19 (1972/73), 325-338. [21]. Περισσότερα για το διάλογο του Ιησού με τη Σαμαρείτιδα βλ. O. Cullmann, Early Christian Worship, London 1969, σελ. 80 εξ. Πρβλ. C.H.H. Scobie, «The Origins and Development of Samarian Christianity”, NTS 19 (1972/73), 390-414. J. Coggins, “The Samaritans and Acts», NTS 28 (1982), 423-432. [22]. Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον, PG 123, 1240. [23]. Πρβλ. F.D. Weinert, «The Meaning of the Temple in Luke-Acts», BTB 11 (1982), 85-89. Ανάλυση της ομιλίας του Στεφάνου Πράξ. 7, 2-53 βλ. D.C. Avichea, A Critical Analysis of the Stephen Speech in the Acts of the Apostles, Diss. Duke Univ. Durha, N.Y. 1965. A.F.J. Klijn, «Stephen’s Speech- Acts VII. 2-53», NTS 4 (1957/58), 25-31. [24] . Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, PG 60, 141, Πρβλ. D. Daube, «For they know not what they do: Luke 23, 34», Studia Patristica IV, 2 (TU 79, 1961, 58-70). [25]. Ο Λουκάς στις Πράξεις παρουσιάζει τον Στέφανον ως άνθρωπο «πλήρη πίστεως και πνεύματος αγίου» (Πράξ. 6,5), «πλήρη χάριτος και δυνάμεως» (Πράξ. 6, 8) και «σοφίας» (Πράξ. 6, 19). Αυτή η τριπλή αναφορά των χαρισμάτων του Στεφάνου υποδηλώνει ηγετική φυσιογνωμία στην πρώτη χριστιανική κοινότητα των ελληνιστών χριστιανών. Πρβλ. T.C. Smith, «The Significance of the Stephen Episode in Acts», SBL Seminar Papers II (Cambridge Mass. 1975), 15-26. J.J. Jr. Scott, “Stephen’s Defense and the World Mission of the People of God», JETS 21 (1978), 131-141. [26] . T.C.G. Thornton, «To the End of the Earth: Acts 1,8», ET 89 (1977/78), 374 εξ. [27]. Πρβλ. H. Conzelmann, The Theology of Saint Luke, Μεταφρ. G. Buswell, London 1969, σελ. 157 εξ. και J.T. Squires, The plan of God in Luke-Acts, Cambridge 1993, σελ. 116 εξ. [28]. Βλ. σχετικά G. Barrois, The Face of Christ in the Old Testament, St Vladimir’s Seminary Press 1974, σελ. 119-120, Πρβλ. Ο Cullmann, The Christolog of the New Testament, London 1971, σελ. 111 εξ. [29] . Για την συγκρότηση και οργάνωση της αρχική κοινοτητας σύμφωνα με τον συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων και τον Παύλο βλ. J. Weiss, Ο αρχέγονος χριστιανισμός. Η ιστορία της περιόδου 30-150 μ.Χ., ΒΑΣ 6, Αθήνα 1983. σελ. 58 εξ. Μια κοινωνιολογική θεώρηση της πρώτης χριστιανικής κοινότητας βλ. W.A. Meeks, The First Urban Christians· The Social World of the Apostle Paul, Yale University Press 1983, σελ. 74 εξ. Ειδικά για την κοινότητα του Λουκά – Πράξεις βλ. P.F. Esler, Community and Gospel in Luke-Acts. The social and Political Motivation of Lucan Theology, Cambridge University Press 1987, σελ. 24 εξ. [30] . Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, PG 60, 191. [31]. Εξηγήσεις εις τας Πράξεις των Αποστόλων, PG 118, 156. [32]. Ιστορικοθεολογική ανάλυση των γεγονότων του διωγμού των διασπαρέντων μετά το μαρτύριο του Στεφάνου βλ. Χρ. Κ. Οικονόμου, Οι απαρχές του Χριστιανισμού στην Κύπρο, ΣΑΧ 3, Πάφος 1996, σελ. 155 εξ. όπου και σχετική βιβλιογραφία. [33]. Για το Στέφανο και τους ελληνιστές μαθητές του που δρουν σ’αυτή τη φάση, σύμφωνα με τη διήγηση του Λουκά βλ. S.G. Wilson, The Gentiles and the Gentile Mission in Luke – Acts, Cambridge University Press 1973, σελ. 129 εξ. [34]. Περισσότερα για το πρόβλημα των πηγών βλ. J. Dupont, The Sources of Acts, London 1964, σελ. 62 εξ. [35]. Για το πρόβλημα των πηγών των Πράξεων των Αποστόλων 8, 5-40, που αναφέρεται στη δράση του Φιλίππου στη Σαμάρεια βλ. H. Waitz, «Die Quelle der Philippusgeschichten in der Apostelgeschichte 8,5-40», ZNW 7 (1906), 340-355. [36]. Ειδικά για τους Σαμαρείτες και τις Πράξεις βλ. R.J. Coggins, «The Samaritans and Acts». NTS 28 (1982), 423-434. [37]. Βλ. σχετικά O.C. Edwards, «The Exegesis of Acts 8, 4-25 and its implications for confirmation and Glossolalia», AΤhR Suppl. Studies 2 (1973), 100-112. J.E.L. Oulton, «The Holy Spirit, baptism and laying – on of hands in Acts», ET 66 (1954/5), 236-40 και J. D.B. Dunn, Baptism in the Holy Spirit, London 1973, σελ. 55 εξ. [38] . Ειδικά για τον μάγο της Σαμάρειας βλ. R.P. Casey, «Simon Magus», BC 5 (1933), 151-63 και τη μελέτη του R. McL. Wilson, The Gnostic Problem: A study of the Relations between Hellenistic Judaism and the Gnostic heresy, London 1958. J.D.M. Derrett, «Simon Magus» (Acts 8, 9-24) , ZNW 73 (1982), 52-68. [39]. J.W. Drane, «Simon the Samaritan and the Lucan concept of salvation History». EvQ 47 (1975), 131-137. [40]. Πρβλ. D. Tidball, An Introduction to the sociology of the New Testament, Exeter: The Paternoster Press 1983, σελ. 65, ο οποίος υποστηρίζει ότι μόνο στην Αντιόχεια της Συρίας ο Χριστιανισμός, «έπαψε να είναι μια εσωστρεφής Ιουδαϊκή αίρεση και έγινε αντίθετα μια παγκόσμια ιεραποστολική αίρεση». [41]. Βλ. ανάλυση του θέματος Χρ. Κ. Οικονόμου, Το πρόβλημα του τίτλου «Πράξεις των Αποστόλων». Μια νέα θεολογική θεώρηση,Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 55 εξ. [42]. Βλ. σχετικά R.F. O’ Toole, «Philip and the Ethiopian Eunuch (Acts VII, 25-40)», Journal of the Study of the NT 17 (1983), 25-34. [43] . Βλ. σχετικά J. S. Hanson, The Dream/Vision Report and Acts 10,1 bis 11, 18. A form-Critical study, Diss. Ph. D. Harvad 1978. M. Wilcox, «The God-Fearers in Acts – A Reconsideration», Journal of the study of the NT 13 (1981), 102-122. G.J. Wehnan, «The Theology of Unclean Food», EvQ 53 (1981), 6-15. H. Raisanen, « Jesus and the Food Laws : Reflections of Mark 7, 15 », Jorunal of the Study of the NT 16 (1982), 79-100. [44] . Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, PG 60, 183-184. [45] . Βλ. σχετικά Ε.Ε. Ellis, «Those of the Circumcision and the Early Christian Mission», StEv 4-5 (TU 102/103, 1968), 390-399. [46] . Ανάλαυση των αποφάσεων της Αποστολικής Συνόδου βλ. Β.Π. Στογιάννου, Η Αποστολική Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 179 εξ. [47] .Περισσότερα για τη μεταστροφή του Κορνηλίου βλ. Μ. Dibelius, «The Conversion of Cornelius», Studies in the Acts of the Apostles, Ed by H. Greeven SCM Press, London 1973, σελ. 109 εξ. [48] . Πρβλ. F. W. Beare, «The Sequence of Events in Acts 9-15 and the Career of Peter», GBL 62 (1943), 295-306. [49]. Στο στίχο αυτό δημιουργεί ερμηνευτικές δυσκολίες η φράση «ει μη μόνον Ιουδαίοις». Ο Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Αθήναι 1955, σελ. 347, υποστηρίζει ότι με τον όρο «Ιουδαίοι» ο Λουκας δηλώνει τους κατά το θρήσκευμα Ιουδαίους, που μιλούσαν την αραμαϊκη και την ελληνική, τους περιτμημένους. Πρβλ. M. Lowe, «Who were the ΙΟΥΔΑΙΟΙΣ», Nov T 18 (1976), 101-130. O J. Weiss, Ο αρχέγονος Χριστιανισμός, σελ. 181, υποστηρίζει ότι η φράση «ει μη μόνον Ιουδαίοις», δε σημαίνει ότι λόγω αρχής αποκλείονταν οποιοιδήποτε άλλοι από το κήρυγμα. Απλώς ο Λουκάς θέλει να τονίσει ότι στην αρχή οι ιεραπόστολοι ενεργούσαν σύμφωνα με την παλαιότερη ιεραποστολική τακτική , μέχρις ότου μερικοί από τους ελληνιστές ιεραποστόλους την ξεπέρασαν. Πιστεύουμε ότι το θέμα διευκρινίζεται από την αναφορά του Παύλου στην Αντιόχεια της Πισιδίας·«υμίν ην αναγκαίον πρώτον λαληθήναι τον λόγον του Θεού, επειδή απωθείσθε αυτόν και ουκ αξίους κρίνεται εαυτούς της αιωνίου ζωής, ιδού στρεφόμεθα εις τα έθνη» (Πράξ. 13,46). [50]. Πρόβλημα υπάρχει ως προς την έννοια του όρου «Ελληνιστάς». Εδώ δεν πρόκειται για Ιουδαίους της διασποράς που μιλούσααν ελληνικά πρβλ. ιερου Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, PG 60, 113, αλλά κατά τον ίδιο πατέρα ο «ελληνιστής» στον παρόντα στίχο ταυτίζεται με το «έλληνας», δηλ. εθνικός· «Όρα, ΄Ελλησιν ευαγγελίζονται», Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, PG 60, 191. Όλοι οι νεότεροι ερμηνευτές συμφωνούν με την άποψη του ιερού Χρυσοστόμου. Βλ. S.G. Wilson, The Gentiles and the Gentile Mission, σελ. 138 εξ. Πρβλ. B.B. Warfield, «The Reading Έλληνας and ελληνιστάς Acts ΧΙ, 20», JBL3 (1883), 113-127. [51]. Ανάλυση των γεγονότων βλ. Χρ. Κ. Οικονόμου, Οι απαρχές του Χριστιανισμού στην Κύπρο, σελ. 166 εξ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: